Ένας τροπικός ύφαλος στο σαλόνι σας

GJ9Y0453Ο κτηνίατρος Τάσος Μαντζιαβάς μας μιλάει για το σύνθετο και πολύ ενδιαφέρον χόμπι τις κατασκευής και συντήρησης ενός μεγάλου ενυδρείου θαλασσινού νερού.

Ξεκίνησα να ασχολούμαι με τα ενυδρεία όταν ήμουν φοιτητής κτηνιατρικής. Αυτό εξελίχθηκε σε ένα παράλληλο χόμπι το οποίο δεν βρήκε έδαφος στην επαγγελματική μου σταδιοδρομία, δεδομένου ότι τα ψάρια δεν πάνε στον γιατρό όταν αρρωστήσουν. Συνήθως οι χομπίστες ιδιοκτήτες προσπαθούν να τα θεραπεύσουν με δικούς τους τρόπους, είτε πετυχημένους είτε όχι, πάντως η δική μου ενασχόληση με το αντικείμενο παραμένει κάτι που με συντροφεύει τις ελεύθερες ώρες μου από το 2003 μέχρι σήμερα.
Ένα ενυδρείο θαλασσινού νερού είναι ένα τεχνητό περιβάλλον που αντιγράφει συνήθως έναν τροπικό θαλάσσιο ύφαλο με χρωματιστά κοράλλια. Τα ψάρια που βάζουμε σε ένα τέτοιο ενυδρείο έρχονται από τροπικές χώρες, τα περισσότερα από την Ινδονησία ή κάποια άλλα από Αυστραλία και ΗΠΑ. Είναι ψάρια που ζουν και αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον του υφάλου φτιάχνοντας ένα πανέμορφο, πολύχρωμο αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα είναι ότι το θαλασσινό ενυδρείο χρειάζεται πολλή δουλειά και πολλή προετοιμασία πριν ακόμα φτάσουμε να ρίξουμε μέσα τα ψάρια μας, αφού χρειάζεται μεγάλη σταθερότητα στη χημεία του. Η θάλασσα είναι τεράστια σε έκταση και έχει μία τεράστια ομοιοστασία, κρατάει διαρκώς σταθερές όλες τις παραμέτρους της, κάτι που δεν συμβαίνει π.χ. στα ποτάμια (και άρα σε ένα ενυδρείο γλυκού νερού, όπου δεν μας πειράζει μια μικρή αλλαγή). Πολλές φορές, το χρώμα των κοραλλιών, αλλά ακόμα και η ίδια τους η ζωή και η ύπαρξη, εξαρτώνται από μία μόνο παράμετρο σχετική με τα άλατα ή την αλκαλικότητα του νερού.
Κάποιος που αποφασίζει να ασχοληθεί με ένα τέτοιο ενυδρείο πρέπει να του αφιερώνει καθημερινά κάποιο χρόνο, από λίγα λεπτά μέχρι και αρκετές ώρες και θα πρέπει πάντοτε να παρατηρεί οποιαδήποτε διαφορά μπορεί να εμφανιστεί η οποία μαρτυρά ότι ενδεχομένως κάτι δεν πάει καλά.
Ο βράχος που βάζουμε σε ένα μεγάλο ενυδρείο θαλασσινού νερού είναι βράχος από κοράλλια που έχουν νεκρωθεί με τον καιρό και έχουν καλυφτεί από λάσπη και από νεότερα κοράλλια. Η υφή του βράχου όμως μας βοηθά στη λειτουργία και το βιολογικό φιλτράρισμα του νερού, το οποίο συμπληρώνεται και από το τεχνητό φιλτράρισμα που γίνεται με ένα δεύτερο σύστημα δεξαμενών κάτω από το κυρίως ενυδρείο. Εκεί καταλήγουν τα νερά μέσω της υπερχείλισης και περνούν από συστήματα επεξεργασίας όπως το skimmer που κάνει πρωτεϊνικό αφρό και αφαιρεί τις πρωτεΐνες από το σύστημα, ενώ υπάρχουν και συστήματα μηχανικού φιλτραρίσματος με διάφορα σφουγγάρια που κατακρατούν τη λάσπη και τις βρωμιές από το νερό. Εάν δεν γίνεται σωστό φιλτράρισμα, δημιουργείται πρόβλημα ευτροφισμού στο νερό του ενυδρείου, με αποτέλεσμα τα κοράλλια να έχουν προβλήματα στην ανάπτυξή τους.
Εκτός από φιλτράρισμα, το νερό μας χρειάζεται και κυκλοφορία. Όπως και στη θάλασσα με τα ρεύματα, έτσι και στο ενυδρείο μας θα πρέπει να κυκλοφορεί ώστε τα κοράλια να μπορούν να αναπνέουν, να ανταλλάσσουν αέρια με την επιφάνεια του νερού. Επόμενο σημαντικό ζήτημα είναι ο φωτισμός, και πραγματικά μπαίνουμε σε μεγάλο κόπο και έξοδα για να φωτίσουμε σωστά ένα ενυδρείο. Τα κοράλλια έχουν μάθει να ζουν κάτω από τον τροπικό ήλιο του Ισημερινού, άρα χρειάζεται δυνατό φως και ειδικές λάμπες. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούμε λάμπες LED ή metal halide, ό,τι μπορεί ο καθένας ώστε να πετύχει ισχυρό φως πάνω από τους 6500 βαθμούς Κέλβιν ώστε να ταιριάζει το χρώμα με αυτό που επικρατεί στο φυσικό περιβάλλον. Στη θάλασσα, κάτω από τα 10 μέτρα επικρατεί το μπλε χρώμα, οπότε αυτό το φως θα πρέπει να έχουμε κι εμείς στο ενυδρείο μας. Εκτός από το χρώμα, όμως, πρέπει να υπάρχει και αρκετή ένταση έτσι ώστε να μπορούν να πάρουν αρκετή ενέργεια τα κοράλλια και να φωτοσυνθέσουν. Τα κοράλλια έχουν κάτι μαγικό, και γι’ αυτό χρειάζονται φως: έχουν μια συμβιωτική εξάρτηση με ένα είδος μονοκύτταρης άλγης που λέγεται ζωοξανθέλη η οποία υπάρχει στο κοράλλι από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του. Πολλές φορές, λόγω κακής χημείας του νερού, αυτή η ζωοξανθέλη χάνεται και αυτό χαρακτηρίζεται ως bleaching, δηλαδή “λεύκανση”, αφού παραμένει ο ιστός του αλλά αντανακλά το χρώμα του σκελετού του και το κοράλλι είναι σε δύσκολη κατάσταση. Μπορεί να ανακάμψει και να κερδίσει και πάλι τη ζωοξανθέλη του μέσα από το νερό, όμως μπορεί και όχι, οπότε όση φροντίδα και τροφή κι αν του παρέχουμε, δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακάμψει.
Τα διαφορετικά είδη ψαριών χωρίζονται σε φυτοφάγα και παμφάγα, αν και τις περισσότερες φορές ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι απόλυτος, αφού τα περισσότερα ψαράκια τρώνε λίγο από όλα. Υπάρχουν πάρα πολλά προϊόντα με έτοιμες τροφές σε διάφορες μορφές, στερεές, υγρές ή κατεψυγμένες για να ταΐζουμε τα ψάρια μας, ενώ πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν ταΐζουμε μόνο τα ψάρια αλλά και τα κοράλλια του ενυδρείου που είναι κι αυτά ζωντανά. Οι τροφές αυτές μπορεί να είναι κάποιες άλγες, κοπίποδα και άλλοι μονοκύταρροι οργανισμοί, και κάποιοι ιδιοκτήτες μπαίνουν στη διαδικασία να καλλιεργήσουν το φυτοπλανκτόν που ταΐζει το ζωοπλανκτόν που ταΐζει τα κοράλλια! Δύσκολη διαδικασία σε επίπεδο ερασιτέχνη, όμως πάνω στο μεράκι να φτιάξουμε κάτι καλύτερο, το προσπαθούμε.

Το κόστος ενός τέτοιου μεγάλου θαλασσινού ενυδρείου ξεκινά από τις 2 με 3 χιλιάδες ευρώ, κόστος που καλύπτει τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό μαζί με τον ζωντανό βράχο. Από εκεί και πέρα, τα ψάρια που θα βάλουμε μέσα κοστίζουν από 20 ευρώ έως και 100 και 120 και 200, ανάλογα με τη σπανιότητα και την προέλευσή του. Το ψάρι ταξιδεύει μέσα σε νερό από τη χώρα προέλευσής του, που σημαίνει αυξημένο κόστος μεταφορικών. Τα κοράλλια επίσης έχουν μεγάλο κόστος μεταφοράς και μπορεί να κοστίζουν από 10 ευρώ μέχρι και 1000, ανάλογα με το τί θα ζητήσει κανείς. Η ελληνική αγορά μας καλύπτει πλέον σε πάρα πολλά, ενώ παλαιότερα υπήρχαν μεγάλες ελλείψεις και έπρεπε ο καθένας να βρει τρόπο να αγοράζει απευθείας από το εξωτερικό.
Ένα θαλασσινό ενυδρείο δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο μεγάλο και τόσο σύνθετο, μπορεί να προσαρμοστεί στο πορτοφόλι του καθενός. Με ένα βασικό κόστος περίπου 200 ευρώ είναι το ελάχιστο για να ξεκινήσει κανείς, όμως θα πρέπει κανείς να συνυπολογίσει και το μηνιαίο κόστος συντήρησης. Όσο μεγαλώνουν τα μεγέθη τόσο μεγαλώνουν τα κόστη και θα πρέπει να είναι κανείς προετοιμασμένος και ενημερωμένος ώστε να μην μπλέξει σε μια διαδικασία που θα ταλαιπωρείται και ο ίδιος και θα ταλαιπωρεί ψαράκια και κοράλλια. Στην Ελλάδα, οι άνθρωποι που ασχολούνται με θαλασσινά ενυδρεία έχουν αυξηθεί πολύ τα τελευταία δέκα χρόνια, μόνο τα μέλη των σχετικών ιστοσελίδων αν μετρήσει κανείς θα διαπιστώσει ότι ξεπερνούν τις 3.000, κάτι που μας λέει ότι τουλάχιστον 3.000 άτομα ασχολήθηκαν κάποια στιγμή εντατικά με το θαλασσινό ενυδρείο. Η αγορά του ενυδρείου συνεχώς εξελίσσεται, ενώ παράλληλα αυξάνεται η ικανότητά μας να κρατάμε ζωντανά για μεγάλο χρονικό διάστημα όλο και περισσότερα είδη ψαριών. Αυτή είναι και η πρόκληση, να καταφέρουμε σε ένα εντελώς τεχνητό περιβάλλον να προσομοιώσουμε το φυσικό περιβάλλον και να κρατήσουμε ζωντανά κάποια είδη ψαριών που έρχονται από την άλλη άκρη του κόσμου.
Ο αρχάριος πρέπει να ξεκινήσει από τη σωστή επιλογή της γυάλας κι έπειτα, όπως είπαμε, από το νερό. Πρέπει πρώτα να φτιάξουμε σωστό και σταθερό νερό και έπειτα να σκεφτούμε για το περιεχόμενο. Αφού βάλουμε βράχο και άμμο, θα ξεκινήσουμε σιγά σιγά με ένα ψαράκι, το οποίο θα πρέπει να είναι εύκολο για ξεκίνημα και συμβατό με τα υπόλοιπα ψάρια που θα βάλουμε αργότερα. Ένα ψάρι πολύ κατάλληλο για αρχαρίους είναι το ψάρι-κλόουν, ο γνωστός Νέμο από την ομώνυμη ταινία, ένα ψάρι που δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις, ή ο “χειρουργός”, ένα ψάρι που έχει ένα κοφτερό “νυστέρι” στην ουρά του για να αμύνεται, είναι όμως ένα εύκολο ψάρι που τρώει κυρίως άλγη, προστατεύοντας ταυτόχρονα το ενυδρείο μας από το φαινόμενο του ευτροφισμού. Αντίθετα, ο “μανδαρίνος” είναι ένα μικρό πολύχρωμο ψαράκι που δεν είναι για τον αρχάριο επειδή είναι αρκετά δύσκολο στο φαγητό του, τρώει μόνο ζωντανή τροφή και άρα θα πρέπει να ξεκινήσουμε την αλυσίδα φυτοπλανκτόν-ζωοπλανγκτόν για να τρώει τελικά και το ψάρι μας.