Ανοιχτό λογισμικό δωρεάν και υψηλής ποιότητας

Αρκετές από τις ανάγκες μιάς μικρής ή μεγάλης επιχείρησης μπορούν να καλυφθούν πολύ καλά με τη χρήση ανοικτού και δωρεάν λογισμικού, στις περισσότερες περιπτώσεις χωρίς να μας λείψει τίποτα σε σχέση με τα αντίστοιχα προγράμματα που κοστίζουν χρήματα, όπως μας εξηγεί ο καθηγητής πληροφορικής Σεραφείμ Μπαζάνης.

Το Ελεύθερο Λογισμικό/Λογισμικού Ανοικτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ) όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται στην Ελλάδα, είναι λογισμικό το οποίο διατίθεται ελεύθερα και δωρεάν σε όλους τους χρήστες χωρίς περιορισμούς. Όμως, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι το ΕΛ/ΛΑΚ δεν είναι το ίδιο με το “δωρεάν λογισμικό”. Το “δωρεάν λογισμικό” μπορεί να είναι ένα εμπορικό πακέτο το οποίο η εταιρεία που το κατασκευάζει, αποφασίζει να το “χαρίσει” δωρεάν στους χρήστες (π.χ. για λόγους διαφήμισης των υπολοίπων προϊόντων της), είτε μικρά και χρήσιμα προγραμματάκια που τα φτιάχνουν μεμονωμένοι προγραμματιστές και αποφασίζουν να τα χαρίσουν χωρίς κόστος, προκειμένου να γίνουν γνωστότεροι για τις ικανότητές του. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι το Λογισμικό Ανοικτού Κώδικα προσφέρεται δωρεάν όχι μόνο ως έτοιμο πρόγραμμα αλλά και ως ο πηγαίος κώδικας από τον οποίο κατασκευάστηκε, έτσι ώστε ο καθένας (εφόσον φυσικά έχει τις σχετικές γνώσεις) να μπορεί να καταλάβει ακριβώς πώς λειτουργεί και να έχει το δικαίωμα και αυτός να κάνει αλλαγές, προσθήκες και βελτιώσεις (ενώ το “δωρεάν λογισμικό” ή freeware είναι μεν δωρεάν αλλά είναι “κλειδωμένο” από την εταιρεία ή τον προγραμματιστή που το έφτιαξε). Η δωρεάν διάθεση της προσωπικής εργασίας και της πνευματικής ιδιοκτησίας ενός προγραμματιστή μπορεί να μοιάζει παράξενη επιλογή εκ πρώτης όψεως, όμως όποιος γνωρίζει πόσο σύνθετη και περίπλοκη είναι η διαδικασία ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου πακέτου λογισμικού, αντιλαμβάνεται ότι ένας προγραμματιστής που ξεκινάει να αναπτύσσει μιά καινούρια ιδέα, φτάνει σε ένα σημείο που δεν έχει πλέον τις διαθέσιμες εργατοώρες για να συνεχίσει την εξέλιξη της ιδέας του σε τελικό, δοκιμασμένο και ασφαλές τελικό προϊόν. Έτσι, μια πιθανή λύση για να μην πάει χαμένη η δουλειά του, είναι να “χαρίσει” τον πηγαίο κώδικα μέσω διαδικτύου σε όσους εθελοντές έχουν το χρόνο και τη διάθεση να συνεχίσουν ο καθένας από την πλευρά του την εξέλιξη και σιγά σιγά να προκύψει ένα αποτέλεσμα σημαντικά καλύτερο από ό,τι θα μπορούσε να πετύχει κάποιος από μόνος του (ίσως το γνωστότερο παράδειγμα ανοικτού λογισμικού είναι ο Mozilla Firefox, ο internet browser που χρησιμοποιούν όλο και περισσότεροι χρήστες σε ολόκληρο τον κόσμο). Άσχετα, πάντως, με τα κίνητρα του καθενός που αποφασίζει να ασχοληθεί με την ανάπτυξη του ΕΛ/ΛΑΚ, αν πάμε στο πρακτικό αποτέλεσμα που ενδιαφέρει και τον υποψήφιο χρήστη, θα λέγαμε ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχουν πλέον πολύ καλές δωρεάν επιλογές για μιά πολύ μεγάλη γκάμα αναγκών και απαιτήσεων. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πακέτο OpenOffice/LibreOffice το οποίο διατίθεται εντελώς δωρεάν για ερασιτεχνική ή επαγγελματική χρήση και προσφέρει μιά άριστη εναλλακτική για επεξεργασία κειμένου, λογιστικά φύλλα, παρουσιάσεις και σχεδιασμό, υποστηρίζοντας μάλιστα 100% τη συμβατότητα με τα γνωστά μας αρχεία .doc, .xls, .ppt κλπ. Πριν μερικά χρόνια, ο χρήστης μπορεί να έβρισκε διάφορα μικροπροβλήματα και μικροενοχλήσεις στην προσπάθειά του να εγκαταστήσει και έπειτα να δουλέψει με ένα τέτοιο εναλλακτικό πακέτο προγραμμάτων, σήμερα όμως η εξέλιξη του ανοικτού λογισμικού από πάρα πολλούς προγραμματιστές σε ολόκληρο τον κόσμο, έχει φέρει σε εξαιρετικά επίπεδα την εξάλειψη κάθε πιθανού προβλήματος. Αυτό δεν ισχύει μόνο στις εφαρμογές “γραφείου” (Office) ;ή email (π.χ. Thunderbird) αλλά και σε όλο και περισσότερους και πιό εξεζητημένους τομείς, αφού πλέον σε λύσεις ανοικτού λογισμικού υπάρχουν πολύ καλά προγράμματα επεξεργασίας εικόνας (π.χ. The Gimp), επεξεργασίας ήχου (π.χ. Audacity), σχεδιασμού γραφικών 3D (π.χ. Blender), σχεδιασμού ιστοσελίδων (π.χ. Kompozer), αρχιτεκτονικού/μηχανολογικού σχεδιασμού (π.χ. FreeCAD), κλπ. Τα παραπάνω είναι απλώς ενδεικτικά για να κατανοήσουμε ότι το ανοικτό λογισμικό πλέον δίνει πάρα πολλές επιλογές ακόμα και για επαγγελματικές ανάγκες χρηστών.

Όμως, εκτός από τα προγράμματα για διάφορες χρήσεις, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν λύσεις και σε επίπεδο λειτουργικού συστήματος: εκτός λοιπόν από τα γνωστά μας Microsoft Windows και το Macintosh OSX, υπάρχει και μιά ακόμα επιλογή που πλέον δεν απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και αρκετή υπομονή όπως συνέβαινε πριν πέντε ή δέκα χρόνια: το Linux είναι ένα ολοκληρωμένο λειτουργικό σύστημα ανοικτού κώδικα που κυκλοφορεί σε αρκετές παραλλαγές και διαφορετικές εκδόσεις, βασίζεται όμως στην ίδια βασική αρχιτεκτονική η οποία συγκεντρώνει πολλά θετικά στοιχεία σε επίπεδο ασφάλειας, σταθερότητας αλλά και ταχύτητας. Η εγκατάστασή του είναι πλέον πανεύκολη αφού γίνεται εντελώς αυτόματα μέσα από περιβάλλον με γραφικά και απλές ρυθμίσεις και επιλογές, ενώ ταιριάζει πολύ σε παλιότερης τεχνολογίας υπολογιστές οι οποίοι θα δυσκολεύονταν να “σηκώσουν” την τελευταία εκδοχή των Windows. Έτσι, για μια μικρή ή μεγαλύτερη επιχείρηση, μιά εγκατάσταση Ubuntu Linux (η δημοφιλέστερη παραλλαγή) σε έναν χαμηλού κόστους υπολογιστή, σε συνδυασμό με Firefox, Thunderbird και LibreOffice, φτιάχνει ένα άριστο τερματικό εργασίας με μηδενικό κόστος software, και μάλιστα χωρίς την ανάγκη για antivirus και χωρίς τον κίνδυνο των ιών που αντιμετωπίζει ένας υπολογιστής με Windows (στο linux δεν υπάρχουν ιοί με την έννοια που υπάρχουν στα windows αφού ο τρόπος με τον οποίο εκτελείται ένα αρχείο είναι εντελώς διαφορετικός). Αυτή είναι και η καλύτερη απάντηση στην πειρατεία λογισμικού: γιατί να μπλέκει πλέον κανείς με “σπασμένα” προγράμματα και λειτουργικά συστήματα όταν μπορεί να έχει τις ίδιες δυνατότητες (και μάλιστα με πλήρη συμβατότητα αρχείων) εντελώς δωρεάν και νόμιμα και μάλιστα ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους από ιούς και χάκερ; Ομολογουμένως, πριν μερικά χρόνια, το Linux και τα προγράμματα ανοικτού κώδικα δεν ήταν για όλους αλλά μόνο για τους ειδικούς-σήμερα, όμως, με σχεδόν όλα τα προβλήματα λυμένα και τακτοποιημένα, ακόμα και ο εντελώς αρχάριος χρήστης μπορεί να βρει την άκρη από μόνος του, ενώ όλο και περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες σε ολόκληρο τον κόσμο στρέφονται προς το ανοικτό λογισμικό ώστε να μειώσουν σημαντικά τα λειτουργικά τους έξοδα, χωρίς πλέον να κάνουν εκπτώσεις σε επίπεδο δυνατοτήτων, αξιοπιστίας ή ασφάλειας.