Επιθέσεις σκύλων σε ανθρώπους: Είναι στα γονίδια η επιθετικότητα;

Η χρονιά που τελειώνει σημαδεύτηκε δυστυχώς από αρκετά περιστατικά επιθέσεων σκύλων σε μικρά παιδιά, με κάποια από τα περιστατικά να αποδεικνύονται θανατηφόρα… Ο κτηνίατρος-συμπεριφοριστής Χρήστος Καραγιάννης μας επισημαίνει, ότι η αιτία που προκαλεί την επιθετική συμπεριφορά δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στα γονίδια του σκύλου αλλά κυρίως στον ανθρώπινο παράγοντα και τις συνθήκες της καθημερινότητας του σκύλου που διαμορφώνει.

Τον τελευταίο καιρό, με αφορμή κάποια σοβαρά κρούσματα επιθέσεων σκύλων σε μικρά παιδιά, είναι αρκετοί αυτοί που ρωτούν το λόγο για τον οποίο ακούμε συνεχώς τις ίδιες φυλές σκύλων (π.χ. ροτβάιλερ, πίτμπουλ κ.λπ.) να εμπλέκονται σε αυτά τα περιστατικά και γιατί δεν ακούμε ποτέ κάτι παρόμοιο για άλλες μεγαλόσωμες φυλές όπως είναι π.χ. τα λάμπραντορ ή τα γερμανικά ποιμενικά. Έτσι, ο κόσμος αναρωτιέται και απορεί εάν είναι προβληματική κάποια συγκεκριμένη φυλή, δηλαδή εάν ευθύνεται το γενετικό υλικό που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, ή αν φταίνε οι ιδιοκτήτες των σκυλιών που τα κάνουν επιθετικά. Κάποιοι μπορεί επίσης να θεωρήσουν, ότι ευθύνονται οι γονείς των μικρών παιδιών που δεν τα έλεγξαν αποτελεσματικά, ή ότι φταίνε τα ίδια τα παιδιά που μέσα στην άγνοια της ηλικίας προκάλεσαν χωρίς να το καταλάβουν το σκύλο να τους επιτεθεί.

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι δυνατόν να είναι μονοσήμαντη και να δοθεί με 100% βεβαιότητα για όλες τις περιπτώσεις, όμως φαίνεται ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη φυλή του σκύλου. Κάποιες έρευνες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, κυρίως στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη, δείχνουν ότι η αιτία της ακραίας επιθετικής συμπεριφοράς βρίσκεται περισσότερο στον άνθρωπο ιδιοκτήτη, ο οποίος ήθελε πάντοτε έναν επιθετικό σκύλο και με αυτό το κριτήριο επιλέγει να αποκτήσει έναν τέτοιο σκύλο από τις φυλές που φημολογείται ότι είναι επιθετικές, βάσει του κοινωνικού στερεότυπου που ισχύει σήμερα. Αυτό το κοινωνικό στερεότυπο αλλάζει με την πάροδο των χρόνων: πριν δεκαπέντε-είκοσι χρόνια, αντί για τα ροτβάιλερ και τα πίτμπουλ, ίσως να μας έλεγε κάποιος για τα ντόμπερμαν. Είναι ένα είδος φαύλου κύκλου, αφού αυτός που θέλει έναν επιθετικό σκύλο φροντίζει να αποκτήσει έναν από τις φυλές που θεωρούνται επιθετικές και έπειτα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να προκαλέσει ακραία επιθετική συμπεριφορά στο σκύλο του, ανατροφοδοτώντας τη φήμη και το κοινωνικό στερεότυπο. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι πριν 20 χρόνια οι άγριοι και επιθετικοί σκύλοι ήταν κυρίως τα ντόμπερμαν, όμως σήμερα που έχει αλλάξει το στερεότυπο, τα σημερινά ντόμπερμαν δεν ακούγονται πουθενά σε περιπτώσεις επιθέσεων σκύλου σε άνθρωπο. Τα γονίδια της φυλής και τα γενετικά χαρακτηριστικά που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά στα ντόμπερμαν, δεν έχουν αλλάξει, αυτό που έχει αλλάξει όμως είναι το είδος του ιδιοκτήτη που τα προτιμά! Εάν ο σημερινός ιδιοκτήτης δεν τα αποκτά με σκοπό να τα κάνει αιμοβόρους φύλακες, τα ντόμπερμαν πλέον εμφανίζουν έναν πιο ώριμο και λιγότερο επιθετικό χαρακτήρα, με τη διαφορά να οφείλεται κυρίως στον ιδιοκτήτη και όχι στον ίδιο το σκύλο.

Παράλληλα, οι σχετικές έρευνες μας λένε, ότι μια φυλή δεν είναι κάτι γενετικά απομονωμένο, υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα γονίδια στα οποία οφείλονται οι τάσεις του χαρακτήρα και των ικανοτήτων του κάθε σκύλου, αλλά τα πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως είναι η επιθετική συμεπριφορά, κυρίως εντοπίζονται στην άμεση γραμμή του αίματος, δηλαδή στους συγκεκριμένους γονείς από τους οποίους προέρχεται ένας σκύλος και όχι στο σύνολο της φυλής. Για παράδειγμα, τα ροτβάιλερ από τις ΗΠΑ με τα ροτβάιλερ από μια ευρωπαϊκή χώρα και έπειτα με τα ροτβάιλερ της Ελλάδας, μπορεί να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους σε χαρακτήρα και συμπεριφορά, εφόσον προέρχονται από άλλες γραμμές αίματος και ενδεχομένως από εκτροφείς με διαφορετικές προτεραιότητες και ζητούμενα.

 

Σε κάθε συγκεκριμένο περιστατικό που έχει ήδη συμβεί και πλέον το εξετάζουμε εκ των υστέρων, θα πρέπει να εντοπίσουμε τα αίτια, τα συναισθηματικά κίνητρα, τα οποία οδήγησαν το ζώο σε αυτή τη συμπεριφορά. Έχοντας εντοπίσει τα αίτια, θα μπορούσε κανείς να προσπαθήσει να αλλάξει τις συνθήκες προκειμένου να μειώσει ή να εξαφανίσει τους αρνητικούς παράγοντες έτσι ώστε να μειώσει κατά πολύ τις πιθανότητες να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο. Αυτό δεν είναι εύκολο και φυσικά κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί  ότι κατά 100% δεν θα ξανασυμβεί , όμως με υπομονή μπορεί κανείς να ξεκινήσει να αλλάζει τα συναισθήματα που οδήγησαν το σκύλο στην επιθετική συμπεριφορά και κυρίως να διαχειριστεί τον κίνδυνο και να τον ελαχιστοποιήσει τροποποιώντας ταυτόχρονα τις συνθήκες της καθημερινότητάς του σκύλου έτσι ώστε να εξαλείψει τους αρνητικούς παράγοντες. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να βοηθήσει και η παράλληλη χορήγηση κάποιας φαρμακευτικής αγωγής που μπορεί να είναι από απλά παυσίπονα μέχρι φάρμακα που ρυθμίζουν τη διάθεση του ζώου, ή ακόμα και κάποια συμπληρώματα διατροφής με ουσίες που επίσης μπορεί να βοηθήσουν προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως, καλό είναι να ξέρουμε ότι τα φάρμακα από μόνα τους δεν μπορούν να είναι “μαγική” λύση που λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα.

Η ειδικότητα της κτηνιατρικής που αντιμετωπίζει τα προβλήματα της συμπεριφοράς, κάτι αντίστοιχο με την ειδικότητα της Ψυχιατρικής στον άνθρωπο, ξεκίνησε με κάποιες πρώτες δημοσιεύσεις πριν περίπου 40 χρόνια. Οι κτηνιατρικοί φορείς που δίνουν την ειδικότητα της Συμπεριφοριστικής Κτηνιατρικής μετά από 4 χρόνια πρακτικής άσκησης, όπως κάνουν οι γιατροί την ειδικότητα τους, και έπειτα τις αντίστοιχες εξετάσεις, έχουν ξεκινήσει τη δεκαετία του 90’ στις ΗΠΑ και το 2002 στην Ευρώπη. Σήμερα, ο τομέας εξελίσσεται ραγδαία, γιατί ο σκύλος έχει γίνει αναπόσπαστο μέλος της οικογένειας, οπότε οποιαδήποτε προβληματική συμπεριφορά του σκύλου έχει άμεσο αντίκτυπο σε ολόκληρη την οικογένεια. Έτσι, καλούνται οι ειδικοί αυτοί να βελτιώσουν τη σχέση ανθρώπου και σκύλου και να βοηθήσουν κατά συνέπεια την αρμονική λειτουργία ολόκληρης της οικογένειας.