Η αγορά των τροφών στην Ελλάδα

gj8y0157Η αγορά της χοντρικής πέρασε μία ξαφνική φουρτούνα με την επιβολή των capital controls και σήμερα σιγά σιγά φαίνεται να ισορροπεί και πάλι. Ο Γιώργος Μπουτίδης, Εμπορικός Διευθυντής της εταιρείας ΛΥΔΙΑ Α.Ε. μας δίνει μία εικόνα της αγοράς τροφών στην Ελλάδα και κάνει κάποιες προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 2016 και μόλις συμπληρώσαμε έναν χρόνο capital controls, σε λίγο πιο ήρεμη και σταθερή κατάσταση σε σχέση με πέρυσι τέτοιες μέρες. Εκτός από τους καταναλωτές που είχαν μουδιάσει στην αρχή περιμένοντας τις εξελίξεις, υπήρξε μεγάλο πρόβλημα και στις εισαγωγές, όχι μόνο στον δικό μας χώρο των τροφών αλλά και σε ολόκληρη την αγορά. Σήμερα, τα πράγματα έχουν ξεδιαλύνει κάπως και έχει φανεί ποιές εταιρείες έχουν ακόμα τη δυνατότητα να κάνουν εισαγωγές και να κάνουν κάποια λίγο μεγαλύτερα ανοίγματα, οπότε η κατάσταση ομαλοποιείται. Υπήρξαν αρχικά κάποιες αναταράξεις και στη λιανική αγορά γιατί ο κόσμος έπρεπε να αναπροσαρμόσει τις συνήθειές του και να βρει έναν τρόπο να διαχειρίζεται 420 ευρώ ανά εβδομάδα για όλα του τα έξοδα, μέρος των οποίων ήμασταν κι εμείς. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να καταλάβει ο καταναλωτής ότι μπορούσε να κινείται με κάρτες και να μην είναι δέσμιος των 420 ευρώ. Σήμερα, πλέον, όλα σχεδόν τα καταστήματα δέχονται πληρωμές με κάρτες και πάρα πολλοί καταναλωτές της λιανικής λειτουργούν έτσι, οπότε η λιανική έχει ισορροπήσει και πάλι στα φυσιολογικά της μεγέθη. Εμείς στις συναλλαγές μας με τους πελάτες μας στη χοντρική πώληση, έχουμε κάποιους που πληρώνουν ακόμα με μετρητά, έχουμε όμως και αρκετούς πλέον που λειτουργούν μέσω του e-banking και μας πληρώνουν τις παραγγελίες μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών. Επιταγές πλέον έχουμε ελάχιστες και μόνο από πολύ αξιόπιστους πελάτες, άλλωστε και οι τράπεζες πλέον δεν δίνουν εύκολα μπλοκ επιταγών. Όμως και οι εισαγωγικές εταιρείες θέλοντας να εξασφαλίσουν τις εισπράξεις τους, σταματούν τις συναλλαγές με επιταγές και ζητούν μετρητά από τους πελάτες τους, αφού τον πρώτο καιρό των capital controls είχαν φρενάρει όλες οι εισαγωγές και οι εταιρείες έψαχναν τα μετρητά για να τα βγάλουν με κάθε τρόπο στο εξωτερικό προκειμένου να πληρώσουν την επόμενη εισαγωγή τους.

 

Επιπλέον, όλη αυτή η ιστορία με τα capital controls κατά κάποιον τρόπο επιτάχυνε και πράγματα που έπρεπε να γίνουν. Για παράδειγμα, πολλά καταστήματα δεν είχαν υποδομή για να δέχονται κάρτες, όμως και από αυτούς που είχαν, κάποιοι δεν γνώριζαν πώς να διαχειριστούν το σύστημα ώστε να μεταφέρουν τα χρήματα σε άλλους λογαριασμούς ή να μας πληρώσουν εμάς για την επόμενη παραγγελία από τις ηλεκτρονικές εισπράξεις τους. Η ανάγκη, όμως, έδωσε ώθηση ώστε να λυθούν όλα αυτά τα θέματα και σήμερα όλα αυτά γίνονται εύκολα και γρήγορα στα πιο πολλά μαγαζιά, τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην επαρχία, κάποιοι καταστηματάρχες καθυστερούν λίγο τον εκσυγχρονισμό τους, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται και οι ίδιοι ακόμα περισσότερο: σε ένα μέρος που υπάρχουν ούτως ή άλλως λίγα τραπεζικά καταστήματα, εάν ένας καταστηματάρχης πρέπει να στηθεί στην ουρά μαζί με όλους τους συνταξιούχους τις ημέρες πληρωμής των συντάξεων προκειμένου να καταθέσει χρήματα στις εταιρείες ώστε να παραγγείλει εμπόρευμα, χάνει πάρα πολλές ώρες, έχοντας και την πίεση της προείσπραξης που του ζητούν πλέον οι εταιρείες προκειμένου να του στείλουν την παραγγελία του. Όσοι μπήκαν στο νόημα και άνοιξαν λογαριασμό e-banking, ξεπέρασαν αυτό το πρόβλημα και το κάνουν εύκολα και γρήγορα από το γραφείο τους, όμως όσοι ακόμα καθυστερούν, συνεχίζουν να ταλαιπωρούνται. Πάντως, η  επαρχία ακολουθεί τις εξελίξεις των μεγάλων αστικών κέντρων με 6μηνη καθυστέρηση, οπότε αργά ή γρήγορα θα φτάσουν οι κάρτες και οι ηλεκτρονικές συναλλαγές σε κάθε γωνία της χώρας.

 

Όσο για την αγορά των τροφών, έχουμε όλο και περισσότερα σημεία πώλησης στα οποία προστίθενται τα τελευταία χρόνια και τα e-shops, τα ιντερνετικά καταστήματα που στέλνουν τις παραγγελίες απευθείας στον πελάτη. Στο παιχνίδι παραμένουν και τα μεγάλα σούπερ μάρκετ τα οποία διακινούν το 90% της συνολικής αγοράς της τροφής των κατοικιδίων, ενώ νέα pet shops ανοίγουν διαρκώς σε ολόκληρη την Ελλάδα, πιο πολύ στα αστικά κέντρα παρά στην επαρχία. Άρα, παρόλη την κρίση, ο συνολικός αριθμός των σημείων πώλησης τροφών είναι όλο και μεγαλύτερος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα αυτά τα σημεία πώλησης είναι υγιείς και κερδοφόρες επιχειρήσεις. Διότι σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρείται το παράδοξο να είναι χρεωμένη ή ακόμα και ζημιογόνος μια μικρή επιχείρηση, όμως ο ιδιοκτήτης (και συνήθως μοναδικός εργαζόμενος) φοβούμενος την εναλλακτική της ανεργίας, να προσπαθεί να καθυστερήσει όσο μπορεί τα πράγματα, αφήνοντας κάποιες υποχρεώσεις απλήρωτες και υπολειτουργώντας απλώς με τον στόχο να κρατάει σε μετρητά ένα μικρό μεροκάματο ίσα ίσα για την προσωρινή του επιβίωση.

Όσο για τις διαφορετικές κατηγορίες τροφών, κάποιοι είχαν προβλέψει ότι λόγω κρίσης θα πωλούνται πλέον μόνο οι πολύ φθηνές τροφές, όμως αυτό δεν συνέβη. Ξεκινώντας από τις πολύ ακριβές τροφές, αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι της αγοράς γύρω στο 10% το οποίο παρέμεινε απείραχτο. Εκείνοι που έχουν τα χρήματα να πληρώνουν 90 ευρώ ή και παραπάνω ανά σακί και θέλουν την καλύτερη τροφή για τον σκύλο τους, συνεχίζουν να την αγοράζουν χωρίς να επηρεάζονται από την οικονομική κρίση. Η μάχη εξελίσσεται στη μεσαία κατηγορία, όπου οι μεγάλες πολυεθνικές που έχουν έλθει στην Ελλάδα συμπιέζουν τις τιμές τους και μειώνουν τα περιθώρια κέρδους τους προκειμένου να κερδίσουν μερίδιο αγοράς, ενώ στον πόλεμο τιμών συμμετέχουν και τα σούπερ μάρκετ που κάνουν ακριβώς το ίδιο. Επίσης, έχουμε και νέες εισαγωγικές εταιρείες που μπαίνουν δυναμικά στον χώρο, ενώ κάποιες παλιότερες εταιρείες που είχαν παραπλήσιο αντικείμενο στην αγορά του pet, αποφασίζουν να μπουν και στην αγορά των τροφών για σκύλους και γάτες, μήπως και καταφέρουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία της κρίσης για να τσιμπήσουν ένα μερίδιο από έναν καινούριο χώρο, οπότε έχουμε έντονο ανταγωνισμό από πολλούς παίκτες της αγοράς.

Στις πολύ φθηνές τροφές δεν υπάρχει ιδιαίτερος ανταγωνισμός διότι το περιθώριο κέρδους είναι πολύ μικρό για τα καταστήματα λιανικής, τα οποία προτιμούν να ωθούν τους πελάτες τους στις μεσαίες και λίγο ακριβότερες τροφές, ή στο “χύμα” το οποίο έχει ανέβει για εκείνους που δεν αγοράζουν πλέον σακί όπως παλιότερα.

Μία πρόβλεψη για τα επόμενα 2-3 χρόνια; με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι δεν θα υπάρξουν άλλες πολιτικές ή οικονομικές εξελίξεις και μιλώντας υπό το σημερινό οικονομικό πρίσμα, συμβαδίζοντας και με τη στρατηγική της εταιρείας, θεωρώ ότι το παιχνίδι θα παιχτεί κυρίως στη μεσαία κατηγορία, από τις premium έως τις super premium τροφές. Στις πολύ φθηνές τροφές δεν εκτιμώ ότι θα υπάρξει κάποια άνοδος, αντιθέτως πιο πιθανή θεωρώ τη συρρίκνωση αυτής της αγοράς, ενώ στασιμότητα προβλέπω και στις πολύ ακριβές τροφές που απευθύνονται στο δικό τους, σταθερό κοινό. Ένα στοίχημα για όλους μας είναι να καταφέρουμε να ενημερώσουμε σωστά τον τελικό καταναλωτή, ώστε να καταλαβαίνει τί σημαίνει ακριβή και φθηνή τροφή, να ξέρει τί αγοράζει, να καταλαβαίνει τί πληρώνει και πού πηγαίνουν τα χρήματά του, ώστε να είναι πολύ καλά ενημερωμένος και να μην μπορεί κανένα κατάστημα και καμία εταιρεία να τον παραπλανήσει.