Η κτηνιατρική στην Ελλάδα πριν 40 χρόνια

Ο κτηνίατρος Στέργιος Βλαχόπουλος ανακαλεί μνήμες από τα παιδικά του χρόνια την εποχή που ο πατέρας του διατηρούσε ένα από τα πρώτα ιδιωτικά κτηνιατρεία της Αθήνας και μας περιγράφει την εξέλιξη της Κτηνιατρικής από τότε μέχρι σήμερα.

Όλες οι επιστήμες προχωρούν με γεωμετρική πρόοδο, κάτι που το έζησα από πρώτο χέρι από τα εφηβικά μου χρόνια,  την εποχή των σπουδών μου και μέχρι και σήμερα. Αν γυρίσουμε λίγες δεκαετίες πίσω, η Κτηνιατρική ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι είναι σήμερα, κάτι που το ξέρω καλά γιατί είχα την τύχη να είναι ο πατέρας μου Κτηνίατρος, οπότε στα εφηβικά μου χρόνια με έπαιρνε μαζί του και έβλεπα από κοντά τη δουλειά του. Ας μην ξεχνάμε ότι η Κτηνιατρική Σχολή στην Ελλάδα ιδρύθηκε το 1950 και ανήκε παραδοσιακά στις Γεωτεχνικές Επιστήμες υπαγόμενη στο υπουργειο Γεωργίας. Άρα, μιλάμε μόλις για τα τελευταία 65 χρόνια, από τα οποία το μικρό ζώο συντροφιάς αναπτύχθηκε από το 1980 και μετά. Τα πιο παλιά χρόνια, το μικρό ζώο δεν διδασκόταν καθόλου στις κτηνιατρικές σχολές, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.Ο πατέρας μου πήρε το πτυχίο του στην Ιταλία το 1957, όταν απόλυτη προτεραιότητα είχαν τα ιπποειδή και όλα τα παραγωγικά ζώα. Ας μην ξεχνάμε ότι και σε παγκόσμιο επίπεδο τα μικρά ζώα δεν ήταν σε πρώτη προτεραιότητα, για παράδειγμα η πρώτη επέμβαση ρήξης πρόσθιου χιαστού στο σκύλο έγινε το 1952 από τον Paazama, μεγάλο δάσκαλο της ορθοπεδικής, ο οποίος τότε απλώς άνοιγε την άρθρωση, έβγαζε τα κολοβώματα (απομεινάρια) του χιαστού,  και έκλεινε η άρθωση, ενώ σήμερα μιλάμε για πολύ εξελιγμένες εμβιομηχανικές μεθόδους με ακριβά υλικά. Μιλώντας για τη ρήξη πρόσθιου χιαστού, άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η περίφημη μέθοδος De Angelis, ο εξωαρθρικός σύνδεσμος, ξεκίνησε μόλις το 1966. Mετά από μερικά χρόνια στη δεκαετία του 70 ο Arznoczky έκανε την “over the top” τεχνική με το μόσχευμα πλατείας περιτονείας, ενώ στη δεκαετία του 80 ο Slocum στις ΗΠΑ ξεκίνησε να ερευνά εμβιομηχανικές μεθόδους για να φτάσουμε  στην TPLO το 1994 και  στην ΤΤΑ του Montavont που κάνουμε κυρίως σήμερα, η οποία ξεκίνησε το 2005! Άρα η ουσιαστική, ριζική εξέλιξη της βιο-μηχανικής αντιμετώπισης της ρήξης του πρόσθιου χιαστού στα μικρά ζώα, θα λέγαμε ότι είναι από το 1990 και μετά.

Εγώ έζησα την κτηνιατρική μέσω του πατέρα μου από τα εφηβικά μου χρόνια, που με έπαιρνε μαζί του και τον βοηθούσα, όπου θυμάμαι  την χρήση ακόμα και του χλωροφόρμιου και χειρουργεία σε διάφορα μέρη κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες όπως και την ενδοφλέβια υπο σύριγγα πεντοθάλη, της οποίας θυμάμαι την χρήση για εγκατάσταση της αναισθησίας μέχρι και στα φοιτητικά μου χρόνια στο πανεπιστήμιο τη δεκαετία του 80. Όμως, ο πατέρας μου τη δεκαετία του 70 δεν είχε μόνο τα μικρά ζώα, αφού την εποχή αυτή στην Αθήνα υπήρχαν κι άλλα ζώα: τον καλούσαν να δει κατσίκες, πρόβατα, κουνέλια, κλπ, αφού σε περιοχές λίγο έξω από το κέντρο της Αθήνας, περιχές που σήμερα είναι πυκνοκατοικημένες τότε υπήρχαν σπίτια με μικρά κτήματα ή μεγάλες αυλές με παραγωγικά ζώα κάθε είδους. Μπορεί να σε φώναζαν να ξεγεννήσεις μιά κατσίκα , ένα πρόβατο, να αντιμετωπίσεις μια επιλόχειο τετανία κλπ. Σαφώς η Κτηνιατρική λειτουργούσε τότε με διαφορετικά πρότυπα. Οι αρχές της ασηψίας και της αντισηψίας που υπάρχουν σήμερα, τότε δεν εφαρμόζονταν με τη σημερινή μορφή, αφού τη δεκαετία του 70 όποιος είχε έναν απλό βραστήρα για να αποστειρώνει τα εργαλεία του ήταν και προχωρημένος . Οι κλίβανοι ήλθαν αρκετά αργότερα στην Κτηνιατρική, ενώ και τα κτηνιατρεία (που δεν πρέπει να ήταν παραπάνω από 20-30 σε όλη την Αθήνα) δεν ήταν τόσο εξοπλισμένα όσο τα έχουμε συνηθίσει σήμερα. Με ένα ζευγάρι ακουστικά, με έναν βραστήρα, κάποια πολύ βασικά εργαλεία ο κτηνίατρος ξεκίνησε να κάνει τη δουλειά του. Το ακτινολογικό άργησε να μπεί στα κτηνιατρεία, αφού το 1990 ήταν ελάχιστα τα ακτινολογικά στα κτηνιατρεία, ενώ κλίβανοι, προβολείς, φυγόκεντροι, αναισθητικές μηχανές κλπ περίπου αυτή την εποχή άρχισαν σιγά σιγά να μπαίνουν στα κτηνιατρεία.

Γυρίζοντας και πάλι λίγο πιο πίσω, στη δεκαετία του 70, θα έλεγα ότι η δουλειά ήταν δύσκολη γιατί οι γνώσεις ήταν λιγότερες ενώ οι τομείς ενασχόλησης περισσότεροι αφού οι ειδηκότητες ήταν πρακτικά ανύπαρκτες. Ο κτηνίατρος τότε έπρεπε να ασχολείται με πάρα πολλά και διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα. Ο πατέρας μου ξεκίνησε να αντιμετωπίζει κάποια κατάγματα με ηλώσεις, στην αρχή βοηθούμενος από ανθρώπινους ορθοπεδικούς και αργότερα μόνος του, πράγμα που ήταν πρωτοποριακό για την εποχή. Όμως ο κτηνίατρος πέρα απο την παθολογία χειρουργική και μαιεύτική, έπρεπε ταυτόχρονα να έχει γνώσεις ζωοτεχνίας, να γνωρίζει τις φυλές και να συμβουλεύει, να είναι και λίγο εκπαιδευτής, λίγο θηριοδαμαστής, να φτιάχνει το σιτηρέσιο του σκύλου και της γάτας γιατί την εποχή αυτή δεν υπήρχαν βιομηχανοποιημένες τροφές, οπότε έπρεπε να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μιά πολύ ευρεία γκάμα απαιτήσεων. Επαγγελματικά, η επιβίωση δεν ήταν εύκολη.  Στην επαρχία όταν πρωτοξεκίνησε (τέλη δεκαετίας 50 αρχές 60) να ασχολείται με τα παραγωγικά ζώα, παρ ό,τι δούλευε αρκετά οι αμοιβές ηταν τέτοιες ωστε η οικονομική δυσπραγία  τον ανάγκασε τελικά να μεταναστεύσει και μέσω ενός προγράμματος  βρέθηκε στην Τυνησία ως καθηγητής στη γαλλόφωνη Γεωργική Σχολή της Τύνιδας να διδάσκει Παρασιτικά-λοιμώδη Νοσήματα κλπ. Από εκεί, μετά από μερικά χρόνια μετακομίσαμε οικογενειακώς  στην Ιταλία -εγώ ήμουν 4 ετών τότε- όπου δούλευε σε μια Ιταλογαλλική εταιρεία που παρήγαγε γάλα για παχυνόμενους μόσχους. Στην Ελλάδα ήλθαμε στις αρχές της δεκαετίας του 70 και πάλι για να δουλέψει σε μια εταιρεία, όμως το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει στο σπίτι επειδή τον βρίσκανε ως κτηνίατρο στο τηλεφωνικό κατάλογο  οπότε και τον καλούσαν για διάφορα θέματα. Έτσι, άρχισε να ασχολείται και να διαβάζει για τα μικρά ζώα, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν εξειδικευμένα βιβλιοπωλεία και έπρεπε κάποιος φίλος σου να σου στείλει  κάποιο βιβλίο από το εξωτερικό, όπως ένα  βιβλίο χειρουργικής του σκύλου στην γαλλική που  έχω ακόμα στη βιβλιοθήκη μου,  το οποίο  μελετούσε και μου έλεγε πόσο καλό βιβλίο είναι και πόσο πολύ τον βοηθάει. Βλέποντας ότι υπάρχει ζήτηση στα μικρά ζώα, αποφάσισε να ανοίξει κτηνιατρείο μικρών ζώων στα μέσα της δεκαετίας του 70, όμως ήταν την δεκαετίας του 80 που αναπτύχθηκε η ζωοφιλία στην Ελλάδα και αυξήθηκε ακόμα περισσότερο η ζήτηση. Τότε άρχισε να διδάσκεται σωστά και οργανωμένα το μικρό ζώο και από τη σχολή του ΑΠΘ, οπότε οι κτηνίατροι που πλέον αποφοιτούσαν είχαν περισσότερες γνώσεις για τα  ζώα  συντροφιάς.

Θυμάμαι ότι όταν πήρα το πτυχίο μου και ξεκίνησα κι εγώ να εργάζομαι, ατην αρχή είχα αρκετές διαφωνίες με τον πατέρα μου, αφού αυτός είχε συνηθίσει με άλλες μεθόδους και άλλες διαδικασίες μιάς άλλης εποχής. Ευτυχώς, όμως, ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος και δεχόταν την εξέλιξη. Για παράδειγμα, όταν έβαλα τον πρώτο μου υγρό κλίβανο και ξεκίνησα να εφαρμόζω τους κανόνες ασηψίας που ήθελα, η διαδικασία αργούσε λίγο, μπορεί να θέλαμε μισή ώρα ή και 45 λεπτά προετοιμασίας. Βέβαια, είχαμε και την αναισθητική μηχανή οπότε μπορούσαμε να έχουμε έναν σκύλο πιό πολλή ώρα σε αναισθησία,  όλη αυτή η καθυστέρηση τον ξένιζε, αφού  είχε συνηθίσει παλαιότερα όταν ήταν προτέρημα να είσαι γρήγορος γιατί έτσι άφηνες το ζώο όσο το δυνατόν λιγότερο στην “επικίνδυνη” κατάσταση της αναισθησίας. Βλέποντας όμως  ότι πάνε πολύ καλά τα χειρουργεία χωρίς βιασύνη, με την αναισθητική μηχανή να βοηθάει στην ασφάλεια της αναισθησίας και με τη σχολαστική ασηψία να περιορίζει πολύ τις μολύνσεις, αποδέχθηκε την αλλαγή στις μεθόδους και τις διαδικασίες επιδεικνύοντας ενα ανοικτό μυαλό  που μπορούσε να ακολουθήσει  την πρόοδο. Μέχρι και πρόσφατα πριν μας αφήσει, δεν έχανε ευκαιρία να περνάει απο το ιατρείο δείχνοντας πάντα ενδιαφέρον  για αυτή την επιστήμη που γεμάτα έζησε και υπηρέτησε.