Περίθαλψη Άγριων Ζώων στην Πάρνηθα

Αρκετή δημοσιότητα απέκτησε τον περασμένο μήνα η υπόθεση με το θηλυκό ελάφι που βρέθηκε στην Πάρνηθα με τραύμα από πυροβόλο όπλο, φέρνοντας και πάλι στην επικαιρότητα το θέμα της προστασίας της άγριας ζωής στη χώρα μας. Miλήσαμε με την Μαρία Γανωτή της ΑΝΙΜΑ και με τον κτηνίατρο Αχιλλέα Ακρίβο που διαχειρίστηκε το συγκεκριμένο περιστατικό:

Τα κόκκινα ελάφια (Cervus elaphus) ήρθαν στην Πάρνηθα μαζί με τους πρώτους βασιλιάδες της νεότερης Ελλάδας ως κυνηγετικά θηράματα. Έχουν μεγάλο μέγεθος, τα θηλυκά μέχρι 90 κιλά ενώ τα αρσενικά μπορεί να φτάσουν μέχρι και 150 κιλά, ενώ υπολογίζεται ότι σήμερα ο πληθυσμός τους στην Πάρνηθα φτάνει τα 800 ζώα, μοιρασμένα σε διάφορες περιοχές: κάποια από αυτά που κυκλοφορούν κοντά στους χώρους που συχνάζουν άνθρωποι, είναι πολύ εξοικειωμένα με την ανθρώπινη παρουσία και σου επιτρέπουν να τα πλησιάσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς να τα διαχειριστεί όπως τα οικόσιτα ή τα παραγωγικά ζώα, ειδικά μάλιστα στις περιπτώσεις που είναι τραυματισμένα και αισθάνονται απειλή. Όπως μας λέει ο κτηνίατρος Αχιλλέας Ακρίβος

“τα ελάφια είναι πολύ δυνατά ζώα και εντελώς άγρια, πράγμα που σημαίνει ότι η διαχείρισή τους είναι πάρα πολύ δύσκολη και επικίνδυνη. Για λόγους ασφαλείας, οποιοσδήποτε χειρισμός γίνεται μόνο με βαθειά ηρέμηση, ξεκινώντας από ένα βελάκι με συνδυασμό ηρεμιστικού και ναρκωτικού που ρίχνει με φυσοκάλαμο ο αρμόδιος υπάλληλος του Δασαρχείου σε δοσολογία σύμφωνα με τα εκτιμώμενα κιλά του ζώου και σε αναλογία με τις δοσολογίες για τις αίγες. Όμως, είναι απαραίτητο να παρακολουθούμε και να ανανεώνουμε την ηρέμηση σε όλη τη διάρκεια της μεταφοράς στον χώρο νοσηλείας, ακόμα και αν πρόκειται για θηλυκό ζώο που δεν έχει κέρατα, γιατί τα πόδια όλων των ελαφιών είναι τρομερά δυνατά και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρούς τραυματισμους. Επίσης η διαχειριση τους αφού ξυπνησουν είναι δυσκολη για τους ιδιους λογους οπότε για τον λογο αυτο ειναι σχεδον αδύνατο υπό τις δεδομένες συνθήκες να γίνουν επεμβάσεις που θα απαιτούν συνεχή μετεγχειρητική φροντιδα και αποκατάσταση”.

Για το συγκεκριμένο περιστατικό, κάποιοι πολίτες εντόπισαν ένα τραυματισμένο και σκελετωμένο ελάφι και ειδοποίησαν το Δασαρχείο, το οποίο με τη σειρά του ειδοποίησε την ΑΝΙΜΑ. Η Μαρία Γανωτή μαζί με ομάδα εθελοντών κατεφθασε στο σημείο που βρισκόταν το ελάφι και πραγματοποίησε μία πρώτη εκτίμηση της κατάστασης και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κτηνίατρο, ο οποίος και έδωσε την προτεινόμενη δοσολογία για τον συνδυασμό ηρεμιστικού και ναρκωτικού που έριξε ο υπάλληλος του Δασαρχείου. Όπως μας λέει η Μαρία Γανωτή “έχουμε βρεθεί αρκετές φορές σε παρόμοιες καταστάσεις με ελάφια που είτε είναι τραυματισμένα είτε έχουν κατέβει χαμηλά και έχουν μπει σε αυλές σπιτιών και πρέπει να τα επαναπροωθήσουμε στον φυσικό τους χώρο. Το δύσκολο είναι όταν ένα ελάφι είναι πολύ κινητικό και βρίσκεται σε ανοικτό χώρο, γιατί το βελάκι χρειάζεται αρκετό χρόνο να επιδράσει, οπότε στο μεταξύ πρέπει εμείς να παρακολουθούμε το ζώο για να μην το χάσουμε από τα μάτια μας. Περίπου στα 15 λεπτά αρχίζει να τρεκλίζει και στα 20 λεπτά πέφτει, οπότε αν στο μεταξύ δεν έχουμε χάσει την οπτική επαφή, μπορούμε πλέον να το πλησιάσουμε με ασφάλεια. Το συγκεκριμένο, πάντως, ήταν πολύ ταλαιπωρημένο και αδύναμο οπότε δεν απομακρύνθηκε και το πιάσαμε εύκολα. Στην αρχή δεν είχαμε καταλάβει ότι το τραύμα του είναι από πυροβολισμό, νομίζαμε ότι το έχουν δαγκώσει άγρια σκυλιά. Ξεκινήσαμε επιτόπου να καθαρίζουμε το τραύμα και χορηγήσαμε αντιβίωση, όμως όταν βρήκαμε μέσα στην πληγή την πλαστική τάπα από το κυνηγετικό φυσίγγιο καταλάβαμε ότι το είχαν πυροβολήσει με κυνηγετικό όπλο. Το τραύμα του ήταν διαμπερές, με φορά από πάνω προς τα κάτω, άρα προφανώς πυροβολήθηκε σχεδόν εξ’επαφής όταν έσκυψε για να φάει κάτι. Μη μπορώντας να αντιμετωπίσουμε επί τόπου τα σοβαρά τραύματα, το ζώο μεταφέρθηκε άμεσα στο Κτηνιατρικό Κέντρο Περιστερίου, όπου φθάσαμε μετά από περίπου 45 λεπτά.”

Ο κτηνίατρος Αχιλλέας Ακρίβος ήταν ήδη εκεί και περίμενε τους εθελοντές της ΑΝΙΜΑ με το τραυματισμένο ελάφι:  “εκείνη την ώρα το ζώο είχε αρχίσει να ξυπνάει, οπότε έγινε συμπληρωματική δόση αναισθητικού και χορηγήθηκε ορός ενδοφλέβια. Έγινε βαθύς, χειρουργικός καθαρισμός των πληγων και διαπιστώθηκε οτι και στα δυο τραύματα έφερε εκτεταμένες βλάβες στα δόντια και στην κάτω γνάθο χωρις ομως να επηρεαζεται η λειτουργικότητά της. Κατόπιν σκέψεως, αποφασίσαμε να ρισκάρουμε και να δώσουμε μια ευκαιρία στο ζώο, οπότε αντι να καταφύγουμε σε ευθανασία, έγινε συρραφή των παρειών στα σημεία των τραυμάτων και στη συνέχεια το ζωο μεταφέρθηκε στον χώρο φιλοξενίας στην Πάρνηθα. Την επόμενη μέρα διαπιστώθηκε οτι το ζωο έτρωγε κανονικά και δυστυχώς επειδη δεν μπορούσε να μεινει στον χώρο, απελευθερώθηκε στη φύση. Να σημειωθεί ότι το ζωο ήταν θηλυκό και είχε υπό την προστασία του το μωρό του το οποίο και αναζητούσε με αποτέλεσμα να προσπαθεί μανιωδώς να φύγει από τον χώρο. Τις επόμενες δύο μέρες οι δασοφύλακες παρακολουθούσαν από μακριά το ζώο, χωρίς όμως να υπάρχει η δυνατότητα επαφής μαζί του. Την 4η μερα το ζωο φάνηκε να ειναι καταβεβλημένο και επι τοπου μαζι με τους δασικους εσπευσαν μελη της ΑΝΙΜΑ και ο κτηνιατρος Μιχάλης Αντωνόπουλος.Το ζωο συνελήφθη με φυσικό τρόπο επειδή ηταν εξαντλημένο και του χορηγήθηκαν παυσίπονα και αντιβίωση. Ωστόσο, μετά από πέντε μέρες τελικά το ζώο υπέκυψε στην μετατραυματική μόλυνση.”

Η Μαρία Γανωτή γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι οι προσπάθειες για την προστασία της άγριας ζωής δεν είναι επαρκείς: “Δεν είναι δυνατόν να έχεις Εθνικό Δρυμό στην Πάρνηθα με εμβληματικό ζώο το ελάφι και να μην έχεις έναν χώρο νοσηλείας και φιλοξενίας των ελαφιών. Παλαιότερα υπήρχε ένας περιφραγμένος χώρος στην Αγία Τριάδα που μπορούσε τουλάχιστον να περιοριστεί ένα ελάφι για λίγες ημέρες και να παρακολουθείται μέχρι να αναρρώσει πλήρως, όμως αυτός ο χώρος κάηκε με τις φωτιές του 2007 και από τότε δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο, έστω κι αν είχε χωροθετηθεί ένας κατάλληλος χώρος στη μελέτη για την αξιοποίηση του Κτήματος Τατοϊου. Το συγκεκριμένο περιστατικό ίσως να είχε καλύτερη κατάληξη αν είχαμε καλύτερες υποδομές, όμως δυστυχώς δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και οι θεωρίες, χρειάζονται πράξεις και έργα. Ελπίζουμε η Διεύθυνση Εθνικών Δρυμών να κινήσει τις διαδικασίες και να δώσει λίγο περισσότερη προσοχή στα θέματα προστασίας του ελαφιού της Πάρνηθας και της άγριας ζωής γενικότερα”.