Από την ατομική επιχείρηση στην εταιρική επιχείρηση

0 Comments

GJ8Y0049Ο Σύμβουλος Επιχειρήσεων και Φοροτεχνικός Αντώνης Καμούτσης εξηγεί, με απλές έννοιες, τις βασικές διαφορές ανάμεσα στα διαφορετικά είδη επιχειρήσεων και τις αλλαγές που επέφερε η νέα φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή ισχύει σήμερα.

Οι επιχειρήσεις χωρίζονται σε δύο διαφορετικές μορφές: στις ατομικές και τις εταιρικές. Οι ατομικές επιχειρήσεις είναι πολύ συνηθισμένες στην Ελλάδα, π.χ. στο λιανικό εμπόριο όπου δουλεύει και αυτοαπασχολείται ο ίδιος ο επιχειρηματίας και ενδεχομένως απασχολεί και έναν ή δύο υπαλλήλους στο κατάστημα ή στην αποθήκη. Οι εταιρικές επιχειρήσεις χωρίζονται και αυτές σε δύο κατηγορίες: στις προσωπικές (ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες, κοινοπραξίες, κοινωνίες) και στις κεφαλαιουχικές (Ε.Π.Ε., Α.Ε., Ι.Κ.Ε.).
Κάποιος που ξεκινά για πρώτη φορά στην επαγγελματική του ζωή μία επιχειρηματική δραστηριότητα, συνήθως ξεκινά με μία ατομική επιχείρηση μέχρι να βρει τα βήματά του στην αγορά. Κάποιοι παραμένουν για πάντα στην ατομική επιχείρηση, εφόσον το αντικείμενό τους είναι τέτοιο που δεν απαιτείται κάτι παραπάνω (χαμηλός κύκλος εργασιών, απλοποιημένες επιχειρηματικές διαδικασίες). Όταν όμως δύο επιχειρηματίες με ατομικές επιχειρήσεις αποφασίζουν να συμπράξουν και να φτιάξουν μία μεγαλύτερη επιχείρηση από κοινού, αναγκαστικά πρέπει να συστήσουν μία νέα εταιρεία, με πιο συνηθισμένο επόμενο βήμα την Ομόρρυθμη Εταιρεία (Ο.Ε.) ή την Ετερόρρυθμη Εταιρεία (Ε.Ε.).
Στην Ο.Ε. συμπράττουν τουλάχιστον δύο εταίροι, οι οποίοι ευθύνονται προσωπικά (δηλαδή με την προσωπική τους περιουσία) όπως λέει ο Νόμος “απεριορίστως, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον”. Άρα, σε περίπτωση που η εταιρεία δεν έχει καλή εξέλιξη και δημιουργήσει χρέη, ευθύνονται όλοι οι εταίροι και φυσικά περισσότερο ζημιωμένος είναι αυτός που έχει περιουσία, γιατί σε αυτόν θα στραφούν οι πιστωτές, το Δημόσιο ή τα Ασφαλιστικά Ταμεία.
Στην Ε.Ε συμπράττουν δύο ή περισσότεροι εταίροι, όπου υποχρεωτικά τουλάχιστον ο ένας από αυτούς είναι ο ομόρρυθμος εταίρος, αυτός δηλαδή που ευθύνεται “απεριορίστως, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον” όπως ακριβώς και στην Ο.Ε., ενώ η διαφορά είναι ότι οι ετερόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται μόνο μέχρι του ποσού που έχουν εισφέρει στο αρχικό κεφάλαιο. Στην πράξη, η Ε.Ε. δίνει τη δυνατότητα σε κάποιον επενδυτή να μπει συνέταιρος σε μία εταιρεία που συνήθως τη διαχειρίζεται κάποιος άλλος (ο ομόρρυθμος εταίρος), έχοντας όμως εξασφαλίσει ότι τουλάχιστον δεν θα έχει άλλους κινδύνους και δε θα ευθύνεται, πέρα από το αρχικό κεφάλαιο που κατέβαλε.
Το επόμενο βήμα είναι οι κεφαλαιουχικές εταιρείες (Ε.Π.Ε. και Α.Ε.), των οποίων η σύσταση και μετέπειτα λειτουργία, προϋποθέτει μεγαλύτερο κόστος, όμως προσφέρουν μεγαλύτερη προστασία στους εταίρους ή μετόχους αφού η ευθύνη τους περιορίζεται στο αρχικό κεφάλαιο.
Η Ε.Π.Ε. (Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης) είναι μία εταιρεία που ως ένα σημείο ομοιάζει με τις προσωπικές γιατί έχει εταιρικά μερίδια αντί για μετοχές, ενώ η Α.Ε. (Ανώνυμη Εταιρεία) είναι πραγματικά ανώνυμη εταιρεία γιατί λειτουργεί μέσω ανωνύμων μετοχών.
Βέβαια, στην Ελλάδα παρατηρείται το φαινόμενο οι περισσότερες Α.Ε. (όχι φυσικά οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο) να είναι στην πραγματικότητα οικογενειακές επιχειρήσεις, και το σύνολο των μετοχών να ανήκει στα μέλη μιας οικογένειας και το ΔΣ να απαρτίζεται από γονείς, συζύγους και παιδιά.
Ο λόγος για να φτιάξει κάποιος μία Α.Ε. μπορεί να είναι το πρεστίζ που θεωρείται ότι προσφέρει μία τέτοια εταιρεία (σε όποιους χώρους και δραστηριότητες αυτό μπορεί να έχει σημασία και πρακτικό αντίκρισμα), καθώς και κάποιοι νομικοί περιορισμοί που μπορεί να υφίστανται σε κάποιους τομείς δραστηριότητας. Κατά τα άλλα, όμως, μία μικρή εμπορική επιχείρηση, με ετήσιο τζίρο περίπου ως και 1 εκ. Ευρώ, δεν προτείνεται να γίνει Α.Ε. εάν δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος, αφού η Α.Ε. έχει σημαντικά υψηλότερο κόστος τόσο στη δημιουργία όσο και στη λειτουργία, με σύνθετες διαδικασίες (τακτικές γενικές συνελεύσεις, αυξήσεις κεφαλαίου, αυστηρά λογιστικά πρότυπα, ανάγκη για νομική κάλυψη κλπ). Παλαιότερα, μάλιστα, υπήρχε και όριο στο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο για τη δημιουργία μίας Α.Ε., όμως αυτό δεν ισχύει πλέον.
Τα ίδια περίπου ισχύουν και για την Ε.Π.Ε. η οποία διέπεται από άλλη νομοθεσία και έχει κάποιες διαφορές στις διαδικασίες (το κεφάλαιο διαιρείται σε εταιρικές μερίδες), έχει διαχειριστή αντί για Πρόεδρο και ΔΣ, κατά τα άλλα, όμως, είναι μία εταιρεία που έχει υψηλότερο κόστος δημιουργίας και λειτουργίας σε σχέση με τις ατομικές και προσωπικές επιχειρήσεις.
Μια ιδιαίτερη περίπτωση είναι η Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. (Μ.Ε.Π.Ε.) η οποία έχει όλα τα στοιχεία της κανονικής Ε.Π.Ε., με μοναδική διαφορά ότι το 100% του κεφαλαίου και των εταιρικών μερίδων συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο. Σε σύγκριση με τις ατομικές επιχειρήσεις, έχει υψηλότερο κόστος αλλά προσφέρει μεγαλύτερη προστασία (ευθύνη μόνο μέχρι το αρχικό κεφάλαιο), οπότε ο καθένας “ζυγίζει” τις ιδιαίτερες ανάγκες και τις προτεραιότητές του για να αποφασίσει εάν θα συστήσει ατομική επιχείρηση ή Μ.Ε.Π.Ε.
Από φορολογικής άποψης, πολλοί θεωρούν ότι πρέπει να συστήσουν Α.Ε. για να αναγνωρίζονται φορολογικά όλα τους τα επιχειρηματικά έξοδα, όμως οι επιχειρηματικές δαπάνες “περνάνε” στα βιβλία όλων των επιχειρήσεων, με κάποιες μόνο εξαιρέσεις όπως π.χ. οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις που δεν μπορούν να μειώσουν το φορολογικό αποτέλεσμα των ατομικών επιχειρήσεων.
Επίσης, το φορολογητέο κέρδος δεν υπολογίζεται πλέον με τα κριτήρια που υπήρχαν στο παρελθόν. Πλέον, ο νέος φορολογικός νόμος ορίζει φορολογικό συντελεστή 26% για όλα τα είδη των επιχειρήσεων που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, πλέον φόρου 10% επί των διανεμόμενων κερδών, ενώ για τις ατομικές επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικά βιβλία, ο συντελεστής αυξάνεται στο 33% για κέρδη πάνω από 50.000 Ευρώ. Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζει κανείς, ότι κατά τη διάρκεια της χρήσης, προκειμένου να διανεμηθούν προμερίσματα στις κεφαλαιουχικές εταιρείες, απαιτείται εγκριτική απόφαση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, ενώ σε μία ατομική επιχείρηση ο επιχειρηματίας ανά πάσα στιγμή αναλαμβάνει ποσά έναντι μελλοντικών κερδών. Προσοχή, στο σημείο αυτό, απαιτείται στον συνυπολογισμό και των φόρων που αναλογούν, ώστε να μην αναληφθούν περισσότερα κέρδη και αργότερα αντιμετωπίσουμε ταμειακό πρόβλημα για την καταβολή των αναλογούντων φόρων.
Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή συστήνεται στους επιχειρηματίες στην ακριβή τήρηση της ημερομηνίας υποβολής των φορολογικών δηλώσεων τους (ΦΠΑ, φορολογία εισοδήματος, ΦΜΥ κλπ.). Ακόμα και αν δεν έχουμε τη δυνατότητα της άμεσης εξόφλησης, θα πρέπει να υποβάλλουμε τη δήλωση ώστε να βεβαιώνεται η οφειλή και να “τρέχει” με μικρές προσαυξήσεις. Εάν όμως δεν υποβληθεί δήλωση, το πρόστιμο είναι πλέον εξοντωτικό και μας ακολουθεί, με συνεχείς αυξήσεις σε πιθανή υποτροπή.

Share :-
Categories: