Η αιματουρία του σκύλου


Η αιματουρία του σκύλου
0 Comments

GJ9Y9906Ο κτηνίατρος Δημήτρης Φερλέμης μας μιλάει για την αιματουρία του σκύλου και τις πιθανά νοσήματα στα οποία ενδεχομένως παραπέμπει.

Η αιματουρία του σκύλου δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο-είναι κάτι που πολύ συχνά συνοδεύεται και από διαταραχές της ούρησης όπως η δυσουρία, δηλαδή η δυσκολία στην ούρηση, η πολλακιουρία, δηλαδή οι πολλές και επαναλαμβανόμενες προσπάθειες για ούρηση που συνήθως συνοδεύονται από έξοδο μικρής ποσότητας ούρων, και, κάποιες φορές, ακόμα και η ακράτεια ούρων.
Το πρώτο και πιο σημαντικό είναι η σωστή διάγνωση: θα πρέπει να διαπιστώσουμε την ακριβή αιτία που προκαλεί το πρόβλημα. Για παράδειγμα, ένας σκύλος, αρσενικός ή θηλυκός, μπορεί να μοιάζει ότι ουρεί αίμα, όμως στην πραγματικότητα το αίμα να μην προέρχεται από το ουροποιητικό σύστημα αλλά από το γεννητικό. Αυτό μπορεί να συμβεί στα αρσενικά σκυλιά εάν, για παράδειγμα, υπάρχει κάποιο πρόβλημα στον προστάτη, ή ακόμα και χαμηλότερα, στο πέος, όπου υπάρχουν και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα τα οποία μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την έξοδο αίματος από την ακροποσθία, ενώ στα θηλυκά σκυλιά μπορεί να υπάρχουν προβλήματα στο γεννητικό σύστημα που να προκαλούν την έξοδο αίματος, ουροαιματηρού ή πυοαιμορραγικού υγρού όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην πυομήτρα.
Εάν καταλήξουμε ότι το πρόβλημά μας εντοπίζεται όντως στο ουροποιητικό σύστημα, το επόμενο βήμα είναι μια εξέταση ούρων, η οποία θα συνδυαστεί απαραίτητα και με κλινική εξέταση. Για παράδειγμα, ένας σκύλος που έχει ουρολοίμωξη, το πιθανότερο είναι ότι θα έχει και πυρετό ή κάποια άλλα συμπτώματα που θα διαπιστώσει ο κτηνίατρος, ενώ η συνέχεια μπορεί να απαιτεί εξειδικευμένες εξετάσεις όπως ακτινογραφία, υπερηχοτομογραφικό έλεγχο και εξετάσεις αίματος.
Στις εξετάσεις αίματος, θα πρέπει να εστιάσουμε στις παραμέτρους που μαρτυρούν τη σωστή λειτουργία των νεφρών όπως η ουρία και η κρεατινίνη ή κάποια ιχνοστοιχεία των οποίων η συγκέντρωση μπορεί να δείξει την καλή η κακή λειτουργία των νεφρών.
Ένα λάθος που κάνουμε συχνά είναι ότι θεωρούμε πως οποιαδήποτε αιματουρία ή δυσκολία στην ούρηση συνδυάζεται απαραίτητα με ουρολοίμωξη. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να ισχύει, μπορεί και όχι. Σε μια μελέτη που έκανε η κλινική μας και παρουσιάσαμε στο 6ο Φόρουμ Κτηνιατρικής, διαπιστώσαμε ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από ουρολογικά περιστατικά που είχαν ταλαιπωρηθεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα με μιά προσωρινή διάγνωση ουρολοίμωξης και με μακροχρόνια χορήγηση αντιβιοτικών, δεν ήταν περιστατικά πρωτογενούς ουρολοίμωξης. Συγκεκριμένα: σε σύνολο 96 σκύλων, διαπιστώσαμε ότι περίπου οι μισοί, δηλαδή οι 43 από τους 96, έπασχαν από ουρολιθίαση, 25 έπασχαν από νεοπλασίες, δηλαδή από καρκίνο του ουροποιητικού, είτε της κύστης είτε της ουρήθρας (που είναι και οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις στον σκύλο-ο καρκίνος στα νεφρά είναι υπαρκτός αλλά αρκετά πιο σπάνιος στους σκύλους). Ιδιοπαθής φλεγμονή διαπιστώθηκε σε άλλες 12 περιπτώσεις από τις 96, δηλαδή φλεγμονή που με τα μέχρι τώρα δεδομένα της επιστήμης δεν έχει διαπιστωθεί πού οφείλεται, ενώ σε άλλες 8 περιπτώσεις διαπιστώθηκαν ανατομικές ανωμαλίες όπως για παράδειγμα προβλήματα με έκτοπους ουρητήρες ή προβλήματα με εκκολπώματα της ουρήθρας ή ανατομικές ανωμαλίες της ουροδόχου κύστης. Τέσσερα περιστατικά οφείλονταν σε τραυματισμό ή αιμάτωμα, ενώ άλλα δύο περιστατικά οφείλονταν σε ξένα σώματα, δηλαδή άγανα που είχαν εισχωρήσει στην ουρήθρα του σκύλου. Κάποιες περιπτώσεις, τέλος, σχετίζονταν με ιδιαίτερα σπάνιες και ιδιαίτερες καταστάσεις, όπως η ιδιοπαθής νεφρική αιματουρία.
Πολλές φορές, σε ένα περιστατικό του ουροποιητικού, μπορούμε να ξεκινήσουμε την αντιμετώπισή μας εντελώς πρακτικά, δοκιμάζοντας τη χορήγηση ενός αντιβιοτικού ως πρώτο βήμα όταν η καλλιέργεια ούρων δείχνει ότι πρόκειται για περιστατικό ουρολοίμωξης, όμως θα πρέπει πάντα να έχουμε στο μυαλό μας ότι θα πρέπει να επανεξετάσουμε και ενδεχομένως να αναθεωρήσουμε την αρχική μας διάγνωση σε οποιοδήποτε περιστατικό δεν ανταποκρίνεται στη θεραπευτική αγωγή ή εμφανίζει υποτροπές.
Πέρα από τις εξετάσεις αίματος και ούρων και τον υπερηχοτομογραφικό έλεγχο, υπάρχει και μια άλλη εξέταση που τα τελευταία χρόνια έχει μπει και στην Κτηνιατρική και γίνεται και στον άνθρωπο κατά τον ίδιο τρόπο και δίνει απαντήσεις στα προβλήματα του κατώτερου ουροποιητικού, είναι η ενδοσκοπική εξέταση, η ουρηθροκυστεοσκόπηση η οποία γίνεται με ειδικά ενδοσκόπια τα οποία διαφέρουν αρκετά στην περίπτωση του αρσενικού και του θηλυκού σκύλου λόγω των σημαντικών ανατομικών διαφορών που έχουν τα δύο φύλα. Άλλωστε, πολλά από τα προβλήματα, και κυρίως αυτά που σχετίζονται με την ουρολιθίαση, μπορούν να έχουν επιπτώσεις σε έναν αρσενικό σκύλο πολύ σοβαρότερες από ότι σε έναν θηλυκό, ακριβώς λόγω των ανατομικών διαφορών και συγκεκριμένα στο σχήμα, στη διατομή και στο μήκος της ουρήθρας, αφού μικροί ουρόλιθοι σε έναν θηλυκό σκύλο περνούν από την ουρήθρα και αποβάλλονται με την ούρηση, ενώ σε έναν αρσενικό σκύλο μπορεί να σταματήσουν και να φράξουν το σημείο της ουρήθρας που βρίσκεται στη βάση του πεϊκού οστού.
Στις νεοπλασίες, η διάγνωση γίνεται πάντοτε με βιοψία. Στο παρελθόν προσπαθούσαμε να κάνουμε διάγνωση με κυτταρολογικές εξετάσεις στα ούρα, οι οποίες άλλοτε δίνουν σαφή αποτελέσματα και άλλοτε όχι, οπότε στις περιπτώσεις αυτές έπρεπε να γίνει ανοικτό χειρουργείο. Σήμερα, με τη δυνατότητα που μας δίνει η ενδοσκόπηση, μπορούμε πλέον να μπούμε από την ουρήθρα, να πάρουμε τα δείγματά μας και να έχουμε οριστική και σίγουρη διάγνωση.
Οι τραυματισμοί είναι μιά πιθανή αιτία αιματουρίας που θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, ειδικά σε ένα σκυλάκι που έχει πέσει θύμα τροχαίου ή κακοποίησης. Ο προσεκτικός έλεγχος θα διαπιστώσει εάν υπάρχει κάποιος εσωτερικός τραυματισμός που θα μπορούσε να εξελιχθεί ακόμα και σε απειλή για τη ζωή του σκύλου, όπως για παράδειγμα μιά ρήξη της ουρήθρας ή της ουροδόχου κύστης.
Κλείνοντας, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι ένα σκυλί μπορεί να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα περισσότερα από ένα προβλήματα. Μια διάγνωση ουρολοίμωξης που διαπιστώνεται από την καλλιέργεια ούρων, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί ταυτόχρονα να υπάρχει και άλλο ένα πρόβλημα όπως μία ουρολιθίαση ή η ύπαρξη καλοήθους ή κακοήθους όγκου ο οποίος αλλοιώνει το βλεννογόνο, δηλαδή το τοίχωμα που καλύπτει το εσωτερικό του ουροποιητικού συστήματος και διευκολύνει την ανάπτυξη των μικροβίων, ή ακόμα μια ανατομική ανωμαλία η οποία μειώνει την άμυνα του οργανισμού και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη ουρολοίμωξης. Άρα, σε κάθε περίπτωση που παρατηρούμε υποτροπές, θα πρέπει να επιμένουμε μέχρι τέλους και να εξαντλούμε όλες τις πιθανότητες ώστε να φτάνουμε στην πραγματική αιτία του προβλήματος.

Share :-
Categories: