Tο μικρό pet shop στην εποχή της κρίσης και των capital controls

0 Comments

GJ9Y8960Ο Κώστας Μπουρατζής είναι ιδιοκτήτης μιας μικρής επιχείρησης που δραστηριοποιείται στο χώρο του λιανικού εμπορίου. Μας περιγράφει την πορεία του μέχρι τώρα και τις σκέψεις του για το παρόν και το μέλλον της επιχειρηματικότητας σε μια εποχή που τίποτα πλέον δεν είναι σίγουρο και δεδομένο.
Ξεκινήσαμε το 2003 με πολλά όνειρα και ελπίδες, με πολλή προσπάθεια και πολύ μεράκι. Διαθέσαμε πολλά χρήματα, μεγάλο αρχικό κεφάλαιο, και ξεκινήσαμε με διάθεση να εξυπηρετήσουμε τις ανάγκες κάθε πελάτη, ό,τι κι αν μας ζητούσε να του φέρουμε. Η ανταπόκριση από την περιοχή ήταν εν μέρει δεδομένη γιατί πριν ξεκινήσουμε είχε γίνει έρευνα αγοράς και ξέραμε τί να περιμένουμε. Πολύς κόσμος είχε ζώα, είναι μια περιοχή χωρίς πολλές μεγάλες πολυκατοικίες, άρα είναι μια περιοχή με πολλούς σκύλους και γάτες. Όσο αυξάνονται οι πολυκατοικίες σε μια περιοχή, τόσο αυξάνονται και οι γάτες, οπότε και αυξάνεται η ζήτηση για τροφές γάτας.
Τα πρώτα χρόνια υπήρχε πολύ μεγάλη διάθεση από τον κόσμο να έλθει να ψωνίσει, επειδή περίσσευαν χρήματα στις τσέπες των ανθρώπων. Ειδικά σε αυτή την περιοχή που έχει πολλές μονοκατοικίες, υπήρχαν αρκετοί συνταξιούχοι που από το περίσσευμά τους έπαιρναν τροφή και τάιζαν τις γάτες. Όχι κάτι ιδιαίτερο και εξεζητημένο, απλή τροφή χύμα που την αγόραζαν και τάιζαν τις γάτες που κυκλοφορούσαν στην αυλή τους. Τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του καταστήματος ήταν πολύ καλά χρόνια, όμως σιγά σιγά άρχισε το λιανικό εμπόριο να πιέζεται οπότε αναγκαστήκαμε κι εμείς να περικόπτουμε ό,τι μπορούμε από τα κέρδη μας και από όπου αλλού μπορούσαμε προκειμένου να κρατήσουμε την πελατεία μας, όμως μετά ήλθε η κρίση και τα ισοπέδωσε όλα. Σε αυτή την έκτακτη κατάσταση, έπρεπε καθένας μικρός επιχειρηματίας να κάνει τις επιλογές του. Η δική μας επιλογή ήταν να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και μετά την κρίση. Δεν είχαμε “καβαλημένο καλάμι” με υψηλές και σταθερές τιμές, πάντοτε δουλεύαμε με μικρότερα περιθώρια κέρδους και σε χαμηλές τιμές γιατί δεν ήταν ο σκοπός μας να τα “αρπάξουμε” και να φύγουμε αλλά να ζήσουμε την οικογένειά μας σε βάθος χρόνου. Τη στάση μας αυτή την εκτίμησαν και οι πελάτες μας, κάτι που αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων αφού παρόλη την οικονομική στενότητα οι πιο πολλοί παρέμειναν πελάτες μας μέχρι και σήμερα.
Αυτό που βλέπουμε με την πάροδο των χρόνων είναι μια μετακίνηση από τις πιο ακριβές τροφές προς τις πιο φθηνές, κάτι φυσιολογικό και αναμενόμενο αφού μειώνεται το διαθέσιμο budget που έχει ο καθένας για να ταΐσει ένα ζωάκι. Εκτός από τα δικά τους ζώα, υπάρχουν πάρα πολλοί που εξακολουθούν να ταΐζουν και αδέσποτα ζώα, οπότε είναι δεδομένο ότι όλοι αυτοί θα φύγουν από την επώνυμη τροφή και θα αναζητήσουν λύσεις χαμηλότερου κόστους στις μή επώνυμες τροφές. Δεδομένης της κατάστασης, θα έπρεπε και οι μεγάλες εταιρείες να βοηθήσουν χαμηλώνοντας το κόστος των τροφών και δίνοντας μεγαλύτερες εκπτώσεις στα καταστήματα, προκειμένου να συνεχίσουμε να υπάρχουμε όλοι μαζί.
Σαν να μην μας έφταναν όλα τα υπόλοιπα, μας ήλθαν και τα τραπεζικά προβλήματα με τα capital controls. Δεν επηρέασαν άμεσα τον πελάτη γιατί τα λίγα χρήματα που θα έδινε εξακολουθεί να μπορεί να τα βρει. Όμως, τα capital controls επηρέασαν σημαντικά τη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων, γιατί έπρεπε να βρουν τρόπο να δουλεύουν και να μαζεύουν μετρητά. Με τις χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες, τα λεφτά του πελάτη μπαίνουν στην τράπεζα αλλά δεν μπορούν να ξαναβγούν. Οι μεγάλες εταιρείες που μας προμηθεύουν, έπρεπε κι αυτές με τη σειρά τους να βρουν τρόπο να μαζέψουν μετρητά. Υπάρχει ένας νόμος που λέει ότι τιμολόγιο καθαρής αξίας άνω των 500 ευρώ πληρώνεται μόνο μέσω τράπεζας, όμως όλοι οι χοντρέμποροι μας σπάνε τα τιμολόγια σε μικρότερα και ζητούν από εμάς πληρωμή μετρητοίς. Ένα μαγαζί που εισπράττει το 40% του τζίρου του με κάρτες, πού θα καταφέρει να βρει τα μετρητά να πληρώσει τους προμηθευτές του; Αυτό σημαίνει ότι εάν συνεχιστεί η κατάσταση αυτή, σύντομα θα έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα γιατί δεν θα μπορούμε πλέον να πληρώσουμε τις παραγγελίες μας για να φέρουμε εμπόρευμα να πουλήσουμε.
Ένα μαγαζί όπως το δικό μας, με 14 χρόνια πίσω του και με μια νοοτροπία χαμηλού κέρδους και καλής εξυπηρέτησης του πελάτη, μπορεί να επιζήσει σήμερα, όμως δεν μπορεί να πολεμήσει τις μεγάλες αλυσίδες στις οποίες κάποιες εισαγωγικές εταιρείες κάνουν πολύ μεγάλες εκπτώσεις προκειμένου να προωθήσουν συγκεκριμένα προϊόντα. Τα μικρά μαγαζιά θα καταφέρουν επιβιώσουν πουλώντας μη επώνυμο προϊόν, το οποίο δεν είναι απαραίτητα χαμηλότερης ποιότητας, μπορεί να είναι εφάμιλλο ή και καλύτερο από το αντίστοιχο επώνυμο. Η αγορά σιγά σιγά γυρίζει από το επώνυμο στο μη επώνυμο προϊόν και αυτός είναι αναγκαστικά ο δρόμος που θα ακολουθήσουμε όλοι εμείς οι πιο μικροί της αγοράς.
Όσο για το μέλλον, προβλέψεις δεν είναι εύκολο να γίνουν, όμως το πιο σημαντικό είναι η σταθερότητα. Σίγουρα παίζει ρόλο και μια πιθανή μείωση των συντάξεων ή των μισθών γιατί έτσι επηρεάζεται άμεσα η αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, όμως τον πιο σημαντικό ρόλο θα τον παίξει η σταθερότητα. Με κάποιον τρόπο πρέπει να υπάρξει, δυστυχώς κάποιοι θα πρέπει να την πληρώσουν, όμως είναι απαραίτητη. Εάν καταλάβουμε ότι η Ελλάδα πλέον δεν χρεοκοπεί και θα υπάρξει μιά ηρεμία στην αγορά για τα επόμενα χρόνια, όλα αυτά τα χρήματα που είναι κρυμμένα στα σεντούκια θα βγουν και θα κυκλοφορήσουν ξανά και αυτό θα δώσει την ουσιαστική ανάσα στην αγορά. Μόνο έτσι θα πάρει ανάσα η αγορά, άλλος τρόπος δεν υπάρχει.

Share :-
Categories: